Σε ευχαριστούμε που υπήρξες

28 Ιανουαρίου 2008 – 28 Ιανουαρίου 2018.
10 χρόνια χωρίς τον Χριστόδουλό μας.

(Αναδημοσίευση άρθρου του Μανώλη Χάλκου από το φύλλο Φεβρουαρίου 2008 της τοπικής εφημερίδας Χολαργού «Φωνή του Δημότη»).

Τρίτη, 28 Απριλίου 1998.

Μετά από μία φορτισμένη συναισθηματικά εβδομάδα, λόγω της κοίμησης του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, την Τρίτη, 28η Απριλίου, μία μέρα ηλιόλουστη, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέλεξε στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών για νέο Αρχιεπίσκοπο, τον Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού, Χριστόδουλο. Μόλις έγινε γνωστό ότι η ελληνική Εκκλησία έχει νέο Ποιμενάρχη, σε κάθε γωνιά της Αθήνας ακούγονταν χαρμόσυνες καμπάνες. Έτσι είθισται, άλλωστε.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, στις 28 Ιανουαρίου του 2008, οι ίδιες καμπάνες έστελναν ένα πένθιμο μήνυμα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος είχε φύγει από τη ζωή. Μετά από μία άνιση, αλλά και με πρωτοφανή ανδρικό σθένος, μάχη με την επάρατο νόσο, ο Χριστόδουλός μας δεν ήταν πια εδώ.

Εκείνη τη Δευτέρα τίποτα δεν ήταν ίδιο πια. Για κάποιους. Ίσως πάρα πολλούς, ίσως και λίγους. Μια νέα εβδομάδα ξεκινούσε στις 28 Ιανουαρίου, αλλά ταυτόχρονα ένα μεγάλο κενό πλημμύριζε τις ψυχές κάποιων Ελλήνων. Κάποιοι ένιωσαν ότι έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο, κάποιοι ότι δε θα ξαναδούν ποτέ έναν άνθρωπο που ήθελαν να βλέπουν. Κάποιοι ένιωσαν ότι δεν θα ξανακούσουν αυτόν που ήθελαν να ακούν. Άλλοι έχασαν την όασή τους, γιατί για αυτούς εκείνος ήταν η όαση. Κάποιοι ίσως να έχασαν και την ελπίδα τους, γιατί για αυτούς εκείνος ήταν η ελπίδα. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη τη Δευτέρα τίποτα δεν ήταν ίδιο πια.

Αποχαιρετιστήρια λόγια, πένθιμα παιανίσματα, ατελείωτα δάκρυα, ήταν όλα βγαλμένα από τις πονεμένες καρδιές όσων τον αγάπησαν. Μα το σημαντικότερο, ήταν αληθινά και ανιδιοτελή. Η απώλειά του και το κενό που άφησε πίσω, είναι δυσαναπλήρωτα. Ωστόσο, οι εκατοντάδες χιλιάδες που στριμώχτηκαν και ποδοπατήθηκαν κάτω από το χιονόνερο και το τσουχτερό κρύο για να τον αποχαιρετήσουν, οι περίπου ένα εκατομμύριο που συγκεντρώθηκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για να του δείξουν ότι είναι μαζί του και οι εκατομμύρια που του απέδειξαν και με την υπογραφή τους ότι είχε δίκιο, αποτελούν την μεγαλύτερη παρακαταθήκη για το μέλλον και το μεγαλύτερο κέρδος για τον ίδιο. Και κατ’ επέκταση, όχι απλά για τον ίδιο, αλλά για Εκείνον στον οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή του.

Έγραψε ιστορία και θα μείνει στην ιστορία για να μας θυμίζει όμορφες εποχές, εποχές δύσκολες μεν και γεμάτες εμπόδια, στις οποίες όμως κατάφερε να προσεγγίσει ολόκληρο τον Ελληνισμό, άλλες φορές με τα ανέκδοτα και τα αστεία του, άλλες με τον πύρινο λόγο του κι άλλες με τα πραγματικά Θεόπνευστα μηνύματά του. Πάντα κατάφερνε να καθηλώνει τους πιστούς, κέρδιζε τον κόσμο με το παιδικό του χαμόγελο, χαιρόντουσαν να συζητάνε μαζί του ακόμη κι όσοι διαφωνούσαν.

Αυτός ήταν ο Χριστόδουλός μας.

Κανένας άλλος Έλληνας, είτε πολιτικός είτε ιερωμένος είτε απλός πολίτης, δεν αγαπήθηκε ποτέ τόσο καθολικά, τόσο ολοκληρωτικά. Για κανέναν άλλον δεν περιμέναμε ποτέ πέντε (5) ώρες στη σειρά, για να του πούμε: «Αντίο», «Θα σ’ έχουμε πάντα στην καρδιά μας», «Σ’ ευχαριστούμε», «Ήσουν ένας από μας», «Καλή αντάμωση», «Δεν έφυγες ποτέ», «Θα είσαι πάντα ανάμεσά μας».

Ένα πανό στην κηδεία ανέφερε πως οι Εθνάρχες ποτέ δεν πεθαίνουν. Κάποιοι πειράχτηκαν για τον όρο Εθνάρχης. Ακριβώς. Δεν ήταν Εθνάρχης. Ήταν Ποιμενάρχης. Και ο δεύτερος όρος είναι ασύγκριτα πιο βαρύς και υπεύθυνος από τον πρώτο.

Νιώθω πραγματικά περήφανος και χαρούμενος που τον γνώρισα από κοντά, που τον άκουσα, που μου μίλησε, που με ευλόγησε, που έζησα λίγο από το μεγαλείο του.

Είμαι τυχερός ή πιο σωστά, ευλογημένος, που έζησα την περίοδο στην οποία ήταν Αρχιεπίσκοπος κι εύχομαι η Ελλάδα μας να καταφέρει να γνωρίσει κι άλλους τέτοιους ευλογημένους από τον Θεό ανθρώπους, ανθρώπους που να νοιάζονται για την πίστη μας και την πατρίδα μας.

Για μένα -και όχι μόνο- δεν έχει φύγει. Και ούτε θα φύγει ποτέ. Άλλωστε ακόμα και τώρα, πάνω από τον τάφο του, συνεχίζουν να συρρέουν κάθε μέρα άνθρωποι όλων των ηλικιών, σαν να περιμένουν να τους μιλήσει, σαν να περιμένουν να πάρουν αυτά που μόνο εκείνος μπορούσε να τους δώσει.

Λόγια πύρινα απ’ τα χείλη σου βγήκανε
και αγγίξανε τον παλμό της καρδιάς
κι όταν βούρκωσες αστραπές ακουστήκανε
που ξυπνήσανε την ελπίδα ξανά…

Μανώλης Χάλκος
Μένουμε Χολαργό