8 Νοεμβρίου 2009 – 8 Νοεμβρίου 2019: 10 χρόνια χωρίς τα δικά μας παιδιά

Ήταν ξημερώματα 8ης Νοεμβρίου του 2009 όταν η Έρση, ο Γιώργος, ο Αλέξανδρος και ο Οδυσσέας πέρασαν απότομα στην αιωνιότητα, βυθίζοντας στη θλίψη ολόκληρη την τοπική κοινωνία του Χολαργού.

Του Μανώλη Χάλκου
Εκδότη-Ιδιοκτήτη του «Μένουμε Χολαργό»

Πέρασαν κιόλας 10 χρόνια. Και οι μνήμες ακόμη νωπές. Ήταν ανήμερα των Αρχαγγέλων όταν τέσσερις δικοί μας Άγγελοι πέταξαν ψηλά, σε μια μέρα που έμελλε να σημαδέψει για πάντα το μετά.

Το σίγουρο είναι πως ακόμη και σήμερα η Έρση, ο Γιώργος, ο Αλέξανδρος και ο Οδυσσέας βρίσκονται εδώ. Τους βλέπουμε και τους χαιρετάμε καθημερινά, είναι εκεί για να μην τους ξεχάσουμε ποτέ.

Στην επέτειο αυτή επιλέγω να γυρίσω 10 χρόνια πίσω και να αναδημοσιεύσω μέσα από το δικό μου Μέσο, πια, τις γραμμές που αποτύπωνα τότε ως συντάκτης του «Αντίλογου Χολαργού», λίγες ημέρες μετά το τραγικό συμβάν.

Εκείνο το ξημέρωμα, άλλωστε, προσωπικά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και δεν είμαι ο μόνος. Ήταν, άλλωστε…

Ένα ξημέρωμα διαφορετικό απ’ τ’ άλλα…

Ήταν νύχτα Σαββάτου, ξημερώματα Κυριακής. Πρόσφατα. Πολύ πρόσφατα. Στις 7 προς 8 του Νοέμβρη. Εκείνο το βράδυ, όπως και πολλά βράδια που βρίσκουν την παρέα μου να μην έχει απομακρυνθεί από τα στενά όρια του Χολαργού, τη βγάζαμε στο γνώριμο στέκι μας. Τον Υμηττό. Με μια μπύρα στο χέρι, ίσως και κάτι φαγώσιμο για να περνάει η ώρα.

Βλέπετε, ακόμα και το χειμώνα, το βουνό είναι για τη γενιά μας το δεύτερό μας σπίτι. Μπορεί τη νύχτα να φαίνεται σκοτεινό, παγωμένο και ίσως τρομακτικό, όμως έτσι είναι για όσους δεν το γνωρίζουν.

Εκείνο το βράδυ, έπρεπε να το διαλύσουμε νωρίς. Υπήρχε πρωινό ξύπνημα, οπότε το ξενύχτι δεν θα μπορούσε να έχει διάρκεια. Η επόμενη μέρα, από νωρίς το πρωί, με βρήκε εντός στρατοπέδου (υπηρετούμε γαρ…), οπότε δεν θα μπορούσα να ξέρω. Όμως, έμαθα. Καλύτερα να μην είχα μάθει ποτέ…

Γύρω στις 2 τα ξημερώματα της Κυριακής είχα αφήσει πίσω μου το βουνό. Τεσσερισήμισι ώρες αργότερα, εκείνο έμελλε να κρατήσει για πάντα κοντά του κάποιους από εμάς. Τον Αλέξανδρο, την Έρση και το Γιώργο. Ο Οδυσσέας, μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, έδινε τη δική του μάχη (σ.σ. κατέληξε 6 μέρες αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου 2009).

Το ξημέρωμα της Κυριακής στο Χολαργό ήταν το πιο θλιβερό ξημέρωμα που έχει ανατείλει ποτέ από τον Υμηττό. Δύο εικοσάχρονα αγόρια και ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι κείτονταν νεκρά στην Αναστάσεως, λίγο πριν την είσοδο του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη. Η πρόσκρουση του οχήματος στο οποίο επέβαιναν, σε παρκαρισμένο πούλμαν, ήταν ακαριαία…

Τρία παιδιά δικά μας, φίλοι ή φίλοι φίλων, γνωστοί ή γνωστοί γνωστών, τρία Χολαργιωτόπουλα, δεν είναι πλέον ανάμεσά μας. Ο Αλέξανδρος, η Έρση και ο Γιώργος, ξημερώματα Κυριακής 08/11/09 ανέβηκαν στον Υμηττό, όμως δεν κατέβηκαν ποτέ. Το στέκι των περισσότερων από εμάς, έγινε για τα παιδιά αυτά το μέρος που θα βρίσκονται πλέον για πάντα.

Είναι τόσο απίστευτο, τόσο ασύλληπτο, τόσο ακατανόητο όλο αυτό, που ο ανθρώπινος νους δεν το χωρά. Και δεν μπορεί να το δεχθεί. Βασικά δεν θα το δεχθεί ποτέ. Και κυρίως δεν θα το δεχθούν ποτέ οι γονείς και τα αδέρφια των παιδιών. Οι οποίοι θα πρέπει από εδώ και στο εξής να σταθούν δυνατοί. Η σκέψη και η συμπαράσταση όλων των Χολαργιωτών είναι απλόχερα δικές τους, αν αυτό είναι ικανό για να απαλύνει έστω στο ελάχιστο, μια πληγή που δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ.