Ο Χολαργός της Κατιάνας Μπαλανίκα

Για την «όμορφη γειτονιά» που μεγάλωσε και διαμένει ακόμα μίλησε μεταξύ άλλων σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή» η αγαπημένη ηθοποιός, Κατιάνα Μπαλανίκα.

Μία πενταετία απουσίας της από τον χώρο του θεάματος και η ανακοίνωση της συμμετοχής της στην κωμωδία «Όποιος θέλει να χωρίσει… να σηκώσει το χέρι του!», την οποία έχει γράψει και σκηνοθετεί ο Γιώργος Καπουτζίδης, στο θέατρο «Ηβη», ήταν αρκετά για να πυροδοτήσουν το ενδιαφέρον τoυ κοινού. «Πού βρισκόταν η Κατιάνα Μπαλανίκα;» «Τι έκανε;» «Πώς είναι σήμερα;» «Γιατί επιστρέφει;» Με αυτή τη διαπίστωση ξεκινάω την κουβέντα μας κι εκείνη γελάει. «Ε, καλά, υπερβολές, δεν πρόκειται και για την επιστροφή της… γηραιάς κυρίας», λέει. «Εδώ ήμουν. Ή, μάλλον, και εδώ. Πέρασα ένα μεγάλο διάστημα στο κρεβάτι, γιατί είχα σπάσει τους ώμους μου, και έζησα πολύ καιρό στην Αμερική, με την οικογένεια του γιου μου. Έχω δύο εγγονές, έξι και δυόμισι ετών».

– Πώς είναι να είστε γιαγιά;

– Πολύ ωραίο συναίσθημα. Δεν συγκρίνεται με τη μητρότητα, βέβαια. Δεν ισχύει, δηλαδή, αυτό που λένε ότι «του παιδιού σου το παιδί είναι δυο φορές παιδί σου». Είναι εντελώς διαφορετική η σχέση με το εγγόνι. Δεν έχεις τη δυνατότητα να επιδείξεις κανενός βαθμού αυστηρότητα. Δεν μπορείς να του αρνηθείς τίποτα.

– Είστε παραδοσιακή γιαγιά;

– Φυσικά! Και παραμύθια λέω, και μαζί παίζουμε. Αν θέλουν, όμως. Γιατί πολλές φορές λένε: «Φτάνει, γιαγιά, θέλουμε μόνες μας να παίξουμε τώρα».

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στο «Βίκτωρ και Βικτώρια» (1983)

– Από πού κρατάει η σκούφια σας, κυρία Μπαλανίκα;
– Από πολλά μέρη, κυρίως από τη Λευκάδα και την Κέρκυρα. Ο γιος μου έκανε αυτή την εξέταση του DNA, που είναι της μόδας τελευταία, και του έβγαλε ένα 20% από την Ιταλία. Πράγματι, μέχρι εκεί φτάνουν οι ρίζες μας. Εγώ μεγάλωσα στον Χολαργό, όπου μένω ακόμη. Το πατρικό μου ήταν μια υπέροχη μονοκατοικία που δεν υπάρχει πια, έχει γίνει πολυκατοικία. Εχω δει όλη την αλλαγή, μέσα στις δεκαετίες, αυτής της τόσο όμορφης γειτονιάς που σήμερα έχει δυστυχώς τσιμεντοποιηθεί.

– Από πιτσιρίκα θέλατε να γίνετε ηθοποιός;

– Οχι, καθόλου, δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό. Δεν είχα το ψώνιο. Αρχαιολόγος ήθελα να γίνω. Ονειρευόμουν να κάνω ανασκαφές και να ανακαλύψω αρχαιολογικούς θησαυρούς. Μέχρι το Περού έλεγα ότι θα έφτανα· ούτε για διακοπές δεν κατάφερα τελικά να πάω… Είχα, μάλιστα, ξεκινήσει να σπουδάζω στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ο αδελφός της μητέρας μου ήταν εκείνος που με έσπρωξε προς το θέατρο. Ισως γιατί η μητέρα μου είχε και η ίδια μεγάλο ταλέντο, αλλά δεν της δόθηκε η ευκαιρία να το αξιοποιήσει, δεν την άφησαν οι γονείς της. Της είχε μείνει ο καημός. Στο σπίτι ήταν η δασκάλα μας της υποκριτικής: μας έδειχνε πώς έπρεπε να απαγγέλλουμε τα ποιήματα στις σχολικές γιορτές. Βλέπαμε και πολλές παραστάσεις, φυσικά. Θυμάμαι, για παράδειγμα, την Κατίνα Παξινού στην Επίδαυρο. Σπουδαία. Μικρόσωμη, ένα κουβαράκι στα παρασκήνια, αλλά θηρίο πάνω στη σκηνή. Εδωσα, λοιπόν, εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Επαιξα την Αντιγόνη του Σοφοκλή και τη Μάσα από τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχωφ. Διάβασα κι ένα ποίημα του Καβάφη, τα «Κεριά». Και πέρασα.

– Από τα χρόνια της δραματικής σχολής, τι θυμάστε πιο έντονα;

– Τον Στέλιο Βόκοβιτς. Ηταν εξαιρετικός δάσκαλος, με μεγάλη μεταδοτικότητα. Ο Αγγελος Τερζάκης και ο Γιάννης Σιδέρης μας έμαθαν επίσης πολλά. Αποφοιτώντας, όμως, δεν πρόλαβα να εργαστώ ως ηθοποιός. Πήγα σε ένα θέατρο για να συζητήσω το ενδεχόμενο συνεργασίας, βρέθηκα μπροστά σε κάτι πολύ άσχημο –ο νοών νοείτω– και έφυγα τρέχοντας. Αρχισα να δουλεύω με τον Γιώργο Μαρίνο, στον «Ρήγα», στην Πλάκα. Είχα περάσει από οντισιόν με κιθάρα δανεισμένη από τον Κώστα Χατζή, με τον οποίο γνωριζόμασταν. Τραγούδησα το «Πάει, έφυγε το τρένο» του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου. Με τον Γιώργο έμελλε να συνεργαστούμε πολλά χρόνια. Ηταν μια σχέση ζωής.

– Τι μάθατε δίπλα του;

– Πολλά. Πώς να στέκομαι και πώς να «υπάρχω» στη σκηνή ακόμα κι όταν δεν παίζω, όταν δεν μιλάω. Η σκηνική παρουσία χωρίς λόγο δεν είναι παίξε-γέλασε. Αν και μας έβγαζε το λάδι μέχρι να καταφέρουμε το αποτέλεσμα που ήθελε.

«Βίρα τις άγκυρες», Εθνικό Θέατρο, με τον Νίκο Μπουσδούκο (1998)

– Ποια εποχή της ζωής σας νοσταλγείτε περισσότερο;

– Ολες και καμία. Κάθε εποχή είχε τη γλύκα της, τις δικές της αγάπες, ομορφιές και ασχήμιες. Πέρασα από πολλά πεδία, άλλωστε: Μετά τον Μαρίνο εμφανίστηκα σε κέντρα διασκέδασης, στη συνέχεια έπαιξα στο θέατρο και στην επιθεώρηση, στην τηλεόραση.

– Το πιο δύσκολο από όλα αυτά ποιο ήταν;

– Το θέατρο, γιατί θέλει αλήθεια. Οι θεατές είναι μπροστά σου· κάθε σου λέξη, κάθε κίνηση και μορφασμός κρίνονται επιτόπου.

– Στον Γιώργο Καπουτζίδη γιατί είπατε το «ναι»;

– Δεν ζήτησα ποτέ δουλειά, ποτέ δεν δημιούργησα τις συνθήκες για μια συνεργασία. Είχα την τύχη πάντα να με ζητούν. Συμμετείχα στις «Σαββατογεννημένες», το πρώτο τηλεοπτικό εγχείρημά του, και μου πρότεινε να είμαι μαζί του και στο πρώτο του θεατρικό, γιατί με θεωρεί γουρλού. Ξέρω το ταλέντο του. Ενθουσιάστηκα και δέχτηκα πριν καν διαβάσω το σενάριο. Υποδύομαι μια μαμά –και μια γιαγιά θα μπορούσα…–, που όσο προχωράει η πλοκή του έργου ανακαλύπτει και αποκαλύπτει διαρκώς πράγματα για τον εαυτό της.

– Έχετε φιλίες σε αυτό που λέμε σόουμπιζ;

– Πολλές. Στενοί φίλοι μου είναι ο Σταμάτης Φασουλής, η Αννα Παναγιωτοπούλου, η Αννα Βαγενά, η Κάτια Δανδουλάκη (με την οποία πηγαίναμε και στο ίδιο σχολείο), η Ελένη Ράντου, η Δέσποινα Βανδή, ο Ντέμης Νικολαΐδης και άλλοι. Με τον Γιώργο Καπουτζίδη αισθάνομαι επίσης ότι χτίζουμε μια δυνατή φιλία.

– Πώς περνάει μια τυπική μέρα σας όταν δεν έχετε παράσταση;

– Στο σπίτι. Δεν μαγειρεύω, ξέχασέ το. Για να φάω μόνη μου; Δεν έχει νόημα. Ετοιματζίδικα τρώω. Διαβάζω πολύ, βλέπω τηλεόραση, τακτοποιώ τα μπουκαλάκια μου – έχω μια μεγάλη συλλογή. Είμαι λίγο μονόχνωτη, καμία σχέση με τη Σάσα του «Ντόλτσε βίτα». Πιο κόντρα ρόλος δεν γίνεται.

Σαββατογεννημένες», μία από τις μεγάλες τηλεοπτικές επιτυχίες της

– Με τους άντρες εσείς ήσασταν ντροπαλή, δηλαδή;

– Οχι, δεν ήμουν. Απλώς η Σάσα τους κυνηγούσε, γι’ αυτό και δεν της… καθόταν κανένας. Εμένα με κυνηγούσαν.

– Συναίσθηση της ομορφιάς σας είχατε;

– Ποιας; Ομορφη είναι η Ζέτα Μακρυπούλια, γιατί όλα πάνω της είναι τέλεια, όπως και η Δούκισσα Νομικού. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με θεωρούσαν όμορφη. Για το μικρό μπόι μου; Για τη στραβή μύτη μου; Επειδή περπατούσα στον δρόμο και κλωτσούσα τις πέτρες και τα τενεκεδάκια, σαν αγοροκόριτσο; Το ότι με έβρισκαν σέξι ίσως το καταλαβαίνω. Αν και ποτέ δεν πάτησα πάνω σε αυτό στην καριέρα μου – το έκαναν, βέβαια, όλοι οι άλλοι. Πριν από κάμποσα χρόνια, θα ανεβάζαμε μια επιθεώρηση και η Αννα Παναγιωτοπούλου είχε γράψει ένα νούμερο για μια γυναίκα στην οποία ο άνδρας της δεν έδινε καμία σημασία, γι’ αυτό κι εκείνη είχε εγκαταλείψει τον εαυτό της και περνούσε όλη την ημέρα μπροστά στην τηλεόραση τρώγοντας. Ηθελα πολύ να παίξω αυτόν τον ρόλο. Ο Βαγγέλης Λειβαδάς, ο θεατρικός επιχειρηματίας, ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. «Και ποιος θα πιστέψει ότι την Κατιάνα δεν την π… ο άντρας της;» έλεγε. Τελικά, για να πάρω τον ρόλο, δέχτηκα σε ένα άλλο νούμερο να κατεβαίνω από την οροφή με ένα μαγιό, καλυμμένη με φτερά, πούπουλα και στρας. Και, για την ιστορία, εκείνη την εποχή πράγματι με απατούσε ο άντρας μου… (Γέλια)

«Οποιος θέλει να χωρίσει… να σηκώσει το χέρι του!», θέατρο «Ηβη», Σαρρή 27.

πηγή