«Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον»

Άρθρο-παρέμβαση στο «Μένουμε Χολαργό» του Προϊσταμένου του Καθεδρικού Ιερού Ναού Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού και Γενικού Διευθυντή του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αρχιμανδρίτη Συμεών Βενετσιάνου, με αφορμή τις συζητήσεις των τελευταίων ημερών περί συμμετοχής ή μη στη Θεία Μετάληψη, λόγω της εξάπλωσης του νέου κορονοϊού Covid-19.

Το πρώτο Μέσο της πόλης ζήτησε και έλαβε την επίσημη θέση της τοπικής μας εκκλησίας με αφορμή τις συζητήσεις των τελευταίων ημερών περί συμμετοχής ή μη στη Θεία Μετάληψη, λόγω της εξάπλωσης του νέου κορονοϊού Covid-19.

Με άρθρο του στο «Μένουμε Χολαργό», ο Προϊστάμενος του Καθεδρικού Ιερού Ναού Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού και Γενικός Διευθυντής του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αρχιμανδρίτης Συμεών Βενετσιάνος, προτάσσει την πραγματική ιστορία του παπα-Χρύσανθου της Σπιναλόγκας, ενός ιερέα που «δεν φοβήθηκε, γιατί αγάπησε», ενός παπά που «πίστευε αυτά που έλεγε», με τον π. Συμεών παράλληλα να υπογραμμίζει πως «τη δεδομένη στιγμή έχουμε λιγότερη ανάγκη θεωρητικών, φιλοσοφικών ή και θεολογικών προσεγγίσεων και περισσότερη ανάγκη να σπουδάσουμε τους ανθρώπους του Θεού, εκείνους που διδάσκουν με το παράδειγμά τους και τη σιωπή τους».

Αναλυτικά:

Ο Ιερέας που δεν φοβήθηκε, γιατί αγάπησε…

Του π. Συμεών Βενετσιάνου

Σε μια πανέμορφη γωνιά της πατρίδας μας, στον κόλπο της Ελούντας στην επαρχία Μιραμπέλλου του νομού Λασιθίου Κρήτης, βρίσκεται ένα μικρό νησί, με το όνομα -στην αρχαιότητα- Καλυδών. Αργότερα οι Βενετοί κατακτητές, αντιλαμβανόμενοι τη γεω-στρατηγική του σημασία, το οχύρωσαν άριστα και του έδωσαν καινούριο όνομα: Σπιναλόγκα.

Στις 30 Μαΐου 1903 υπεγράφη η απόφαση για να μετατραπεί η Σπιναλόγκα σε νησί των λεπρών και μεταφέρθηκαν εκεί, τον Οκτώβριο του 1904, οι πρώτοι 251 ασθενείς, 148 άνδρες και 103 γυναίκες, που έπασχαν από τη νόσο του Χάνσεν (τo μυκοβακτήριο της λέπρας ανακαλύφθηκε το 1873 από το Νορβηγό γιατρό Gerhard Armauer Hansen).

Άνθρωποι απομονωμένοι, πληγωμένοι, περιφρονημένοι, ξεχασμένοι απ’ όλους, στιγματισμένοι και ντροπιασμένοι, μακριά από τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, ζούσαν εκεί όλοι μαζί. Περνούσαν βασανιστικά τη ζωή τους μέχρι να έλθει η ώρα να κλείσουν για πάντα τα μάτια τους.

Μικρή παρηγοριά τους η καμπάνα της εκκλησούλας τ’ Αγίου Παντελεήμονα, που κτυπούσε λιγότερες φορές χαρμόσυνα για να καλέσει σε προσευχή και τις περισσότερες πένθιμα για να αποχαιρετήσει έναν από τους κατοίκους του νησιού.

Λίγο μετά την Κατοχή, ο Επίσκοπος της περιοχής αναζήτησε έναν Ιερέα, που μόνιμα θα εξυπηρετούσε τις λατρευτικές και πνευματικές ανάγκες των ασθενών του λεπροκομείου, καθώς μέχρι τότε περιστασιακά λειτουργούσαν στο μικρό Ναό Ιερείς από τη γύρω περιοχή. Ποιος όμως θα το αποτολμούσε αυτό;

Μόνο ένας Ιερομόναχος βρέθηκε να πάει και να μείνει εκεί. Μαζί με τους λεπρούς. Ο παπα-Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης. Ορφάνεψε μικρός και από τους δύο γονείς, ενώ λίγο αργότερα απεβίωσε και ένας θείος του, που τον είχε υπό την προστασία του.

Σε ηλικία 15 ετών οδήγησε τα βήματά του στη Μονή Παναγίας Ακρωτηριανής, όπου και μεγάλωσε με τη φροντίδα των Μοναχών. Σε ώριμη ηλικία αποφάσισε να γίνει Μοναχός και να χειροτονηθεί Ιερέας. Άνθρωπος ασκητικός, λιτοδίαιτος, ελεήμων και ανεξίκακος. Όταν άκουσε πως ζητούσαν παπά για τη Σπιναλόγκα, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο της Μονής και ζήτησε να πάει αυτός.

Πράγματι, έφτασε στο απομονωμένο νησί ο νέος Εφημέριος Σάββατο απόγευμα και θέλησε να γνωρίσει το ποίμνιό του. Όλοι όμως τον απέφευγαν και τον χαιρετούσαν από μακριά, καθώς το πρώτο που απαγορευόταν στους λεπρούς ήταν να χαιρετούν δια χειραψίας τους υγιείς -πόση τραγική σύμπτωση με την εποχή μας! Εκείνος όμως τους πλησίασε, τους χαιρέτησε και τους αγκάλιασε, παρά την έκπληξη όλων.

Την άλλη μέρα, Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1947, τέλεσε την πρώτη Θεία Λειτουργία εκεί. Όταν όμως είπε «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Είχαν συνηθίσει είτε να μην κοινωνούν καθόλου είτε να κοινωνούν από άλλο άγιο Ποτήριο.

Ο παπα-Χρύσανθος τους παρακάλεσε να κοινωνήσουν μαζί του από το ίδιο άγιο Ποτήριο, τους κάλεσε δεύτερη και τρίτη φορά, έως ότου ένας πήρε την απόφαση να προσέλθει διστακτικά, και αυτόν ακολούθησε κι άλλος… κι άλλος… έως ότου όλοι ήλθαν και μετέλαβαν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.

Μετά το «Δι’ ευχών» της Θ. Λειτουργίας μπήκε στο Ιερό να ξεφορέσει και να καταλύσει -όλοι οι Ιερείς καταλύουμε, δηλ. πίνουμε όλη τη θεία Κοινωνία από το άγιο Ποτήριο που περίσσευσε μετά τη μετάληψη των πιστών. Έτσι έκανε και ο παπα-Χρύσανθος. Μόνο που, την ώρα που κατέλυε τον Χριστό, με την άκρη του ματιού του είδε από το παραπόρτι του Ιερού να τον κοιτούν έκπληκτα.

Ήταν οι λεπροί, που δεν πίστευαν στα μάτια τους! Ο παπάς έπινε από το ίδιο Ποτήριο που είχαν πιει και αυτοί και δεν φοβόταν! Συγκλονίστηκαν! Δάκρυσαν! Ο παπάς τα πιστεύει αυτά που λέει, σκέφτηκαν. Και τότε τον αγάπησαν πραγματικά… Έκαναν Πάσχα και Ανάσταση ήδη από την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής!

Πέρασαν τα χρόνια. Ο παπα-Χρύσανθος έγινε ένα με τους λεπρούς. Ποτέ δεν κόλλησε την αρρώστια τους. Αντίθετα, εκείνοι «κόλλησαν» την αγάπη του.

Το 1957 η Σπιναλόγκα έκλεισε, με την ανακάλυψη και χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων. Όλοι έφυγαν εκτός από τον παπά του νησιού. Όταν τον ρωτούσαν γιατί κάθεται ακόμη στη Σπιναλόγκα μόνος του, εκείνος απαντούσε: «Γιατί κάποιος πρέπει να ανάβει τα καντήλια στους τάφους αυτών των βασανισμένων ανθρώπων».

Αργότερα, λόγω γήρατος, επέστρεψε στο Μοναστήρι του, στην Κυρά Παναγιά την Ακρωτηριανή, στο απάνεμο λιμάνι που μεγάλωσε. Έζησε πολύ ασκητικά και τα τελευταία χρόνια της ζωής του και απεβίωσε ειρηνικά το 1963, σε ηλικία 82 ετών.

«Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ιωάν. 4,18). Με αφορμή τις συζητήσεις των τελευταίων ημερών, ανάβουμε σήμερα ένα κερί στη μνήμη του και διασώζουμε την αληθινή ιστορία του παπα-Χρύσανθου. Έχουμε λιγότερη ανάγκη θεωρητικών, φιλοσοφικών ή και θεολογικών προσεγγίσεων και περισσότερη ανάγκη να σπουδάσουμε τους ανθρώπους του Θεού, εκείνους που διδάσκουν με το παράδειγμά τους και τη σιωπή τους.

Το φρόνημα και το παράδειγμα του απλού, φτωχού, αγιασμένου παπά, του αξέχαστου, που βίωσε σε όλη την πληρότητά του την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, ας αποτελέσει λίγο λάδι στο καντήλι και της δικής μας πίστης.