ΟΔΩΝΥΜΙΚΑ ΧΟΛΑΡΓΟΥ: Οδός Θεμιστοκλέους

Στη συμβολή των οδών Μιλτιάδου και Ψαρών «γεννιέται» η οδός Θεμιστοκλέους, ένας δρόμος μήκους 600 μέτρων, με πολλά πεύκα, καινούργια αλλά απροστάτευτα από τα αυτοκίνητα πεζοδρόμια και κατάληξη στην οδό 17ης Νοεμβρίου.

Θεμιστοκλής (527 – 459 π.Χ.): Μεγάλος Αθηναίος πολιτικός και στρατιωτικός, θεμελιωτής της ναυτικής ηγεμονίας και της δόξας των Αθηνών και ένας από τους κυριότερους συντελεστές της ελληνικής νίκης στους Περσικούς Πολέμους.

Ήταν γιος του Νεοκλέους από τη Λεοντίδα φυλή. Ο πατέρας του ανήκε στην οικογένεια των Λυκομιδών. Η μητέρα του Αβρότονον ή Ευτέρπη δεν ήταν Αθηναία (καταγόταν από την Καρία ή τη Θράκη), γι’ αυτό και τον κατηγορούσαν ως νόθο.

Ο Θεμιστοκλής αναμίχθηκε στην πολιτική και το 493 π.Χ. εκλέχθηκε άρχων. Μετά τη μάχη του Μαραθώνος (490) πέτυχε με ψήφισμα του Δήμου τη ναυπήγηση 200 τριήρεων και τη μετατροπή του Πειραιά σε πολεμικό ναύσταθμο (από τότε χρονολογείται η μεγάλη οικιστική και πολιτική ανάπτυξη του Πειραιά).

Μετά την εισβολή του Ξέρξη στην Ελλάδα εκλέχθηκε στρατηγός. Απέκρουσε αρχικά τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο της Εύβοιας και μετά τη μάχη των Θερμοπυλών έπεισε τους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν την πόλη και να επιβιβασθούν στα πλοία (έτσι ερμήνευσε το χρησμό για τα «ξύλινα τείχη»), με τα οποία κατέλαβε το στενό της Σαλαμίνας.

Με τέχνασμα υποχρέωσε τους Πέρσες να δώσουν ναυμαχία εκεί, κατά την οποία ο περσικός στόλος καταστράφηκε και οι Έλληνες πέτυχαν περιφανή νίκη (22 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.).

Χαρακτηριστικά είναι δύο γεγονότα: Λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο εξόριστος Αριστείδης με βάρκα γλίστρησε ανάμεσα στον περσικό στόλο και έφθασε στη σκηνή των Ελλήνων. Εκεί συμφιλιώθηκε με το Θεμιστοκλή και τον ενημέρωσε για τις κινήσεις του εχθρού.

Επίσης όταν ο θυμωμένος Ευρυβιάδης, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος και τυπικός αρχηγός του στόλου, σήκωσε το ραβδί του για να τον χτυπήσει, είπε το περίφημο «πάταξον μεν, άκουσον δε», δηλαδή χτύπησέ με, άκουσε όμως τα επιχειρήματά μου (για να ναυμαχήσει ο στόλος στη Σαλαμίνα).

Μετά την ήττα των Περσών φρόντισε για την οχύρωση των Αθηνών και της Ακροπόλεως (Θεμιστόκλειον τείχος) και την ολοκλήρωση των ναυτικών εξοπλισμών, παρά τη μεγάλη αντίδραση της Σπάρτης.

Κατηγορήθηκε όμως από τους Σπαρτιάτες και τους πολιτικούς αντιπάλους του για μηδισμό (δηλαδή εύνοια προς τους Μήδους ή Πέρσες) και το γεγονός αυτό, μαζί με ορισμένες αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα του, οδήγησαν στον εξοστρακισμό του με πρωτεργάτη τον Κίμωνα.

Εξόριστος στο Άργος κατηγορήθηκε ως συνένοχος στην προδοσία του Παυσανία, πράγμα που τον ανάγκασε να καταφύγει στον Αρταξέρξη τον Μακρόχειρα, διάδοχο του Ξέρξη, ο οποίος του παραχώρησε ως ηγεμονία τη Μαγνησία.

Εκεί και πέθανε (ή κατ’ άλλους αυτοκτόνησε για να μην πάρει μέρος στα εναντίον της Ελλάδος σχέδια του Πέρση βασιλιά). Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και τάφηκαν κρυφά στον Πειραιά, στην περιοχή της σημερινής Ακτής Θεμιστοκλέους.

⇒ Με πληροφορίες από: «Οδωνυμικά του Χολαργού» (2004, Εκδ. πρ. Δήμου Χολαργού)