ΟΔΩΝΥΜΙΚΑ ΧΟΛΑΡΓΟΥ: Οδός Ζακύνθου

Η οδός Ζακύνθου ενώνει την οδό Θεμιστοκλέους με την οδό Φανερωμένης, αποτελώντας τον έναν από τους τέσσερις περιμετρικούς δρόμους του Δημοτικού Σταδίου «Μαρκ Μαρσώ» καθώς και έδρα των γραφείων των τοπικών αθλητικών συλλόγων στίβου και ποδοσφαίρου.

Στην οδό Ζακύνθου, επίσης, καταλήγει η οδός Νάξου, που μαζί με τις οδούς Κεφαλληνίας και Φανερωμένης αποτελούν τους άλλους τρεις δρόμους πέριξ του ιστορικού ποδοσφαιρικού και στιβικού γηπέδου της πόλης.

Αξίζει να σημειωθεί πως η Ζάκυνθος συνδέεται με τον δικό της τρόπο με την πόλη του Χολαργού, αφού πέρα από τους όποιους Ζακυνθινούς διαμένουν μόνιμα στη γειτονιά μας, παλαιός Χολαργιώτης της οδού Μέτωνος και μάλιστα δημότης ακόμα Παπάγου-Χολαργού είναι για όσους δεν το γνωρίζουν ο εν ενεργεία Μητροπολίτης Ζακύνθου, κ. Διονύσιος Σιφναίος.

Ζάκυνθος (Τζάντε): Το νοτιότερο από τα τέσσερα μεγάλα νησιά της Επτανήσου (Κέρκυρα, Λευκάδα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος), που βρίσκεται απέναντι από την Πελοπόννησο (Κυλλήνη). Είναι περίφημη για τις φυσικές ομορφιές της, που της έδωσαν το προσωνύμιο «Φιόρο του Λεβάντε» (Άνθος της Ανατολής).

Είναι το ενδέκατο σε έκταση νησί στην Ελλάδα, καθώς και το τρίτο σε έκταση (μετά την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα) και δεύτερο σε πληθυσμό νησί στα Επτάνησα. Η έκτασή της είναι 406 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 40.758 κατοίκους (απογραφή 2011).

«Χαμογέλασε η φύση και να, προβάλλει η Ζάκυνθο απ’ την όμορφη αγκάλη των κυμάτων. Σαν από γέλιο εκεί να χορεύει η Φύση», όπως λέει ο Διονύσιος Σολωμός.

Στους αρχαιοτάτους χρόνους ήταν μέρος του βασιλείου του Οδυσσέως. Αργότερα καταλήφθηκε από τους Αχαιούς της Πελοποννήσου, αλλά γρήγορα απέκτησε την ανεξαρτησία της και γνώρισε μεγάλη ακμή. Ίδρυσε μάλιστα και αποικίες (Ισπανία, Κρήτη κ.ά.).

Στους Περσικούς Πολέμους ήταν ουδέτερη, ενώ στον Πελοποννησιακό Πόλεμο πήρε το μέρος των Αθηναίων. Καταλήφθηκε από τους Πελοποννησίους αλλά αργότερα απελευθερώθηκε. Το 191 π.Χ. καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους.

Στους Βυζαντινούς χρόνους υπέστη πολλές επιδρομές και λεηλασίες (Βάνδαλοι, Σταυροφόροι, Νορμανδοί). Από το 1185 περιήλθε στους Φράγκους και το 1479 παραχωρήθηκε στους Βενετούς, που την κράτησαν μέχρι το 1797.

Στη διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας αναπτύχθηκε στο νησί μία εντόπια αριστοκρατία (από Έλληνες και ξένους που εξελληνίστηκαν) ενώ παράλληλα διαμορφώθηκε η τάξη των μη ευγενών (ποπολάροι).

Η πολιτική των ευγενών έφερνε συχνά τη σύγκρουση ανάμεσα στις δύο τάξεις με αποκορύφωμα την επανάσταση του 1628-31, το γνωστό «Ρεμπελιό των Ποπολάρων», που όμως γρήγορα κατεστάλη.

Το 1797 η Ζάκυνθος καταλήφθηκε από τους Γάλλους μέχρι το 1809, οπότε καταλήφθηκε από τους Άγγλους. Αργότερα έγινε μέρος της Ιονίου Πολιτείας υπό την αγγλική προστασία και το 1864 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.

Δοκιμάστηκε συχνά από σεισμούς και ιδιαίτερα το 1953, οπότε καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το νησί.

Πρωτεύουσα της Ζακύνθου είναι η πόλη Ζάκυνθος, ενώ σημαντικά χωριά και κωμοπόλεις είναι το Μαχαιράδο, οι Βολίμες, ο Αλικανάς, το Καταστάρι, ο Άγιος Νικόλαος κ.ά.

Η Ζάκυνθος παρουσιάζει πολλές ιδιοτυπίες (όπως όλα τα Επτάνησα άλλωστε), π.χ. στην αρχιτεκτονική της (που πλησιάζει πολύ την ιταλική, στο γλωσσικό της ιδίωμα με τις πάμπολλες ιταλικές λέξεις του, στον ιδιότυπο συρτό τρόπο ομιλίας (που σιγά-σιγά χάνεται), στη μουσική της (οι περίφημες ζακυνθινές καντάδες και αρέκιες) κ.λπ.

Είναι πατρίδα του Εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, των ποιητών Ούγου Φώσκολου και Ανδρέα Κάλβου και άλλων επιφανών Ελλήνων.

Προστάτης της Άγιος είναι ο Άγιος της Συγγνώμης, Άγιος Διονύσιος (από την ευγενή ζακυνθινή οικογένεια των Σιγούρων), ο οποίος εμόνασε και πέθανε εκεί, με ένα ενδιάμεσο πέρασμα από την επισκοπή Αιγίνης.

Μάλιστα, οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δύο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς.

Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο (αγνώστου ονόματος) δολοφόνος του Κωνσταντίνου, αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια.

Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρεπόταν να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο.

Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στο δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχώρησης και υψηλής εφαρμογής της Χριστιανικής αγάπης.

Ο σπουδαίος και λαοφιλής Άγιος Διονύσιος κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο μοναστήρι της Θεοτόκου της Αναφωνήτριας. Πολύς κόσμος τον επισκεπτόταν για να λάβει συμβουλές αλλά και να εξομολογηθεί.

Τελικά πέθανε σε ηλικία 75 ετών, στις 17 Δεκεμβρίου του 1622, με τελευταία του επιθυμία να ταφεί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Στροφάδων και συγκεκριμένα στο νησί Σταμφάνη, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας.

Τρία έτη μετά εξετάφη και το λείψανό του στην ανακομιδή ευρέθη άφθαρτο. Μετά την Τουρκική επίθεση στα Στροφάδια τον δέκατο όγδοο αιώνα και την αποκοπή των χεριών του λειψάνου από τους επιτιθέμενους, το σώμα του Αγίου παρεδόθη όπου και παραμένει μέχρι και σήμερα, εκτιθέμενο στο Ναό του Αγίου στην Ζάκυνθο. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, μαζί με εκείνα του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα και του Αγίου Γερασίμου στην Κεφαλονιά.

Η αγιότητά του αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1703, αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του, ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

⇒ Με πληροφορίες από: «Οδωνυμικά του Χολαργού» (2004, Εκδ. πρ. Δήμου Χολαργού)