ΟΔΩΝΥΜΙΚΑ ΧΟΛΑΡΓΟΥ: Οδός Καραϊσκάκη Γεωργίου


Αφιερωμένη στον «Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης» και εκ των κορυφαίων ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης, Γεώργιο Καραϊσκάκη, η ομώνυμη οδός της πόλης ξεκινά από την οδό 25ης Μαρτίου και καταλήγει στην οδό Φειδίου.

Φυσική συνέχεια της οδού Καραϊσκάκη αποτελεί η οδός Κρέσνης, η οποία με τη σειρά της καταλήγει στην οδό Ναυαρίνου. Ανάμεσα στις οδούς Καραϊσκάκη (όπου βρίσκεται το 1ο Λύκειο Χολαργού), Βασιλείου Μελά, Ευριπίδου και 25ης Μαρτίου εκτείνεται το παλαιό πάρκο «Βασιλέως Γεωργίου» και σήμερα κεντρικό πάρκο «Ανδρέα Παπανδρέου». Εκεί υπήρχε στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Χολαργού ένα πηγάδι (η «Πηγάδα»), από το οποίο υδρευόταν ολόκληρη η περιοχή.

Γεώργιος Καραϊσκάκης (ή Καραΐσκος, Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827): Κορυφαίος αγωνιστής του 1821 και στρατηγός, περίφημος για την ανδρεία του. Ήταν γιος της καλόγριας Ζωής Διμισκή (από όπου και το προσωνύμιό του «ο γιος της καλογριάς») και αγνώστου πατέρα, ίσως του αρματολού Δημητρίου Καραΐσκου.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλία, σε μια σπηλιά κοντά στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο χωριό Μουζάκι, ή κατ’ άλλη, επικρατέστερη εκδοχή, στο Μαυρομμάτι. Τα νεανικά του χρόνια ήταν ταραχώδη. Αρχικά ήταν γιδοβοσκός και κατόπιν έγινε κλέφτης. Συνεργάστηκε πιθανόν με το σώμα του Κατσαντώνη και λέγεται ότι σκότωσε τον περίφημο Βεληγκέκα, όργανο του Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς τον συνέλαβε και τον φυλάκισε, αργότερα όμως τον πήρε στην υπηρεσία του και πολλές φορές τον έβαλε επικεφαλής των στρατευμάτων του.

Κατά την εποχή αυτή γνώρισε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1821 κήρυξε την Επανάσταση στη Βόνιτσα, στα Τζουμέρκα και στο Μακρυνόρος και αναγνωρίστηκε ως οπλαρχηγός Αγράφων. Η επαμφοτερίζουσα στάση του απέναντι στους Τούρκους (τα «καπάκια»), την οποία τηρούσε για λόγους τακτικής, έγινε αιτία να κατηγορηθεί για προδοσία.

Ήλθε επίσης σε σύγκρουση και με τον Μαυροκορδάτο για την αρχηγία των Αγράφων και τον Απρίλιο τον 1824 εισήχθη σε δίκη και καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία με αποτέλεσμα να χάσει τα αξιώματά του. Κατέφυγε τότε στην κυβέρνηση του Ναυπλίου και πήρε μέρος στην εμφύλια σύγκρουση του έτους αυτού.

Η μεγαλειώδης δράση του Καραϊσκάκη άρχισε το 1825. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826), αφού συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, διορίστηκε αρχιστράτηγος Στερεάς και ενισχύθηκε με ισχυρό στρατό. Στο διάστημα αυτό εισέβαλαν στην Αττική ο Ομέρ Πασάς της Καρύστου και ο Κιουταχής.

Ο Καραϊσκάκης, αφού νίκησε τους Τούρκους σε μεγάλες μάχες στη Δόμβραινα, στο Δίστομο, στην Αράχωβα (19-24 Νοεμβρίου 1826, η πιο μεγαλειώδης νίκη του) κ.ά., έδωσε μάχη με τον Κιουταχή στο Χαϊδάρι, όπου είχε περηφανή νίκη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μεταβληθεί από πολιορκητή σε πολιορκούμενο.

Έδωσε επίσης μάχες σε Κερατσίνι, Δαφνί, Άγιο Σπυρίδωνα Πειραιά κ.α. Εν τω μεταξύ ήλθαν σε βοήθειά του ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Πετμεζάς κ.ά. καθώς και ο ναύαρχος Κόχραν και ο Τσώρτς, ο οποίος είχε διοριστεί αρχηγός του στρατού. Ο Καραϊσκάκης δεν εισακούστηκε στις προτάσεις του για την επίθεση εναντίον των Τούρκων και η επίθεση αποφασίστηκε να γίνει από το Νέο Φάληρο.

Στις 22 Απριλίου 1827, ενώ βρισκόταν στη σκηνή του με πυρετό, άκουσε πυροβολισμούς (ήταν αψιμαχία ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους) και όταν βγήκε να δει τι συμβαίνει, δέχθηκε πυροβολισμό στο υπογάστριο, κάτω από αμφιλεγόμενες συνθήκες, με αποτέλεσμα να πεθάνει την επομένη. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Εγώ πεθαίνω, όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστάξετε για την πατρίδα».

Ενταφιάστηκε στη Σαλαμίνα (το 1835 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Νέο Φάληρο, όπου στήθηκε το μνημείο που υπάρχει μέχρι σήμερα). Το θάνατό του θρήνησε ιδιαίτερα η λαϊκή μούσα:

Τρία πουλάκια κάθονται επάνω στον Πειρέα,
Μοιρολογούσαν κ’ έλεγαν, μυρολογούν και λέγουν
Τρίτη, τετράδη θλιβερή, πέφτη φαρμακωμένη.

Παρασκευή ξημέρωσε, να μ’ είχε ξημερώση,
Νησιώτες κάμουν την βουλή, να παν να πολεμήσουν,
Ο Καραϊσκάκης τ’ άκουσε, πολύ του βαρυφάνη,
Και τον τσαούση φώναζε, και τον σείζη λέει «Σείζη στρώσε τ’ άλογο, θα πάω να πολεμήσω

Και το σπαθί του τo βγάλε και πάει να πολεμήση-
Και στην Τουρκιά που πήγαινε για να τους πολεμήση.
Πικρή βολιά τον χτύπησε, πικρή φαρμακωμένη.

Κι’ όλο τα’ ασκέρι γειότεψε κι’ όλα τα παλληκάρια,
Κι’ αυτός τ’ ασκέρι φώναξε, στέκει και το διατάζει
Παιδιά μ’ να μη σκορπίσετε κι’ αφήστε τα ταμπούρια, Κ’ εγώ θα πάω στην Κούλουρη να γιάνω τον γιαρά μου.
Σε πέντε μέραις είμ’ εδώ, σε δέκα θα γυρίσω».

Κ’ οι στρατηγοί σαν τ’ άκουσαν, πήγαν να πολεμήσουν.
Κι’ ο Κιουταχής τους πλάκωσε μ’ εικοσιοχτώ χιλιάδες.
Εμπρός τους πήρ’ σαν πρόβατα, σκοτώνει και τους κόβει,
Χίλια κεφάλια πήρ’ αυτών και ζωντανούς τριακόσιους.
Και έτσι εχαθήκανε τα’ αντρεία παλληκάρια.

Ο θάνατος του Καραϊσκάκη είχε ολέθρια αποτελέσματα για τον Αγώνα. Επακολούθησε η πανωλεθρία στον Ανάλατο (όπου σήμερα ο Άγιος Σώστης στη λεωφόρο Συγγρού) και η διάλυση του στρατοπέδου γύρω από την Ακρόπολη.

Ο Καραϊσκάκης ήταν φίλερις, βλάσφημος, βωμόλοχος και επί πλέον υπέφερε από φυματίωση. Αναγνωρίστηκε όμως ως ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς της Επαναστάσεως και στρατηγική ιδιοφυΐα, παρ’ όλο που δεν είχε στρατιωτικές γνώσεις. Η Επιτροπή Εκδουλεύσεων τον κατέταξε μεταξύ των «εξαιρέτων».

Έφιππος ανδριάντας του, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου, στήθηκε το 1966 στον Κήπο του Ζαππείου, κοντά στο Στάδιο, ενώ άλλος έφιππος ανδριάντας του, έργο της γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντή, υπάρχει στην ομώνυμη πλατεία του Πειραιά. Μαρμάρινη προτομή του, έργο του γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ, έχει στηθεί στο Πάρκο του Πεδίου του Άρεως.

⇒ Με πληροφορίες από: «Οδωνυμικά του Χολαργού» (2004, Εκδ. πρ. Δήμου Χολαργού)